Ποια μέρα του κύκλου πρέπει να γίνεται η μαστογραφία;

Υπάρχουν πολλές γυναίκες που αναρωτιούνται σε ποια μέρα του κύκλου τους πρέπει να γίνεται η μαστογραφία.

Κάθε γυναίκα πρέπει να γνωρίζει ότι η μαστογραφία γίνεται σε συγκεκριμένες μέρες του κύκλου, εφόσον βέβαια είναι σε ηλικία που υπάρχει ακόμα έμμηνος ρύση.

Η μαστογραφία πρέπει να γίνεται μεταξύ της 4ης και 12ης μέρας του κύκλου, μετρώντας πάντα από την πρώτη ημέρα της περιόδου και όχι από το τέλος της.

Επιπλέον, η μαστογραφία πρέπει να γίνεται αυτές τις ημέρες για να είναι βέβαιοι οι γιατροί ότι δεν υπάρχει περίπτωση εγκυμοσύνης, καθώς η γυναίκα θα δεχτεί έστω και μικρή ποσότητα ακτινοβολίας, επομένως δεν πρέπει να είναι έγκυος.

Κατά την ίδια περίοδο του κύκλου οι μαστοί είναι πιο χαλαροί, άρα και η ενόχληση που μπορεί να νιώσει κατά την εξέταση θα είναι σίγουρα πολύ μικρότερη.
Ποιες μέρες να αποφεύγεται η μαστογραφία

Συνήθως αποφεύγουμε να κάνουμε μαστογραφία στη 2η φάση του κύκλου, δηλαδή 10-15 ημέρες πριν την επόμενη περίοδο, γιατί μετά την ωορρηξία οι μαστοί αρχίζουν να διογκώνονται και μπορεί να δώσουν λανθασμένα ευρήματα.

Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έμμηνος ρύση μπορείτε να συνεννοηθείτε με το γιατρό σας και να αποφασίσετε ποια είναι η καλύτερη ημέρα για να κάνετε τη μαστογραφία σας κάθε χρόνο.

Στο σπέρμα η αιτία της ανεξήγητης υπογονιμότητας

article_show_shutterstock_59837866

Η φτωχή ποιότητα του σπέρματος είναι τελικά η αιτία της συντριπτικής πλειονότητας των ανεξήγητων περιπτώσεων υπογονιμότητας, σύμφωνα με μία νέα μελέτη.

Όπως έδειξε, στο 80% των ζευγαριών τα οποία αδυνατούν να αποκτήσουν παιδιά αλλά οι γιατροί δεν μπορούν να εντοπίσουν την αιτία, το πρόβλημα οφείλεται σε υψηλού βαθμού βλάβες στο DNA των σπερματοζωαρίων.Οι ερευνητές που πραγματοποίησαν τη μελέτη επινόησαν και ένα τεστ, το οποίο μπορεί να εντοπίσει τις βλάβες αυτές και να μετρήσει την έκτασή τους, ούτως ώστε να μπορέσουν οι υποψήφιοι γονείς να υποβληθούν στην καταλληλότερη θεραπεία.

Οι περισσότερες κλινικές γονιμότητας αξιολογούν την ποιότητα του σπέρματος εξετάζοντας κάτω από το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο το σχήμα, την κινητικότητα και την συγκέντρωση των σπερματοζωαρίων.

Επιπλέον, υποβάλλουν τις γυναίκες σε σειρά εξετάσεων, για να διαπιστώσουν εάν αντιμετωπίζουν εκείνες κάποιο πρόβλημα που δυσχεραίνει τη σύλληψη.

Όλ’ αυτά, όμως, ως φαίνεται δεν είναι αρκετά, δεδομένου ότι σε περισσότερα από το ένα στα τρία υπογόνιμα ζευγάρια η διάγνωση είναι «ιδιοπαθής υπογονιμότητα» – δηλαδή υπογονιμότητα αγνώστου αιτιολογίας.

Η νέα εξέταση ελέγχει το DNA των σπερματοζωαρίων για μικροσκοπικές ρήξεις. Όταν το DNA έχει τέτοιου είδους ρήξεις, η γυναίκα έχει πολύ λιγότερες πιθανότητες να μείνει έγκυος, ενώ ακόμα κι αν μείνει, διατρέχει υψηλό κίνδυνο αποβολής.

Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο Queen’s, στο Μπέλφαστ, πραγματοποίησαν την έρευνά τους σε 239 ζευγάρια με ιδιοπαθή υπογονιμότητα.

Όπως γράφουν στην επιθεώρηση «Reproductive Biomedicine Online», στο 80% από αυτά υπήρχαν υψηλού βαθμού βλάβες στο DNA των σπερματοζωαρίων.

«Για την πλειονότητα των ζευγαριών με πρόβλημα υπογονιμότητας, μπορεί να βρεθεί κάποια αιτία του προβλήματος – λ.χ. ο μικρός αριθμός σπερματοζωαρίων ή η μειωμένη κινητικότητά τους στον άντρα και η απόφραξη των σαλπίγγων ή η ενδομητρίωση στις γυναίκες», δήλωσε η επικεφαλής ερευνήτρια δρ Σένα Λιούϊς, καθηγήτρια Αναπαραγωγικής Ιατρικής στην Σχολή Ιατρικής, Οδοντιατρικής & Βιοϊατρικών Επιστημών του πανεπιστημίου.

«Ωστόσο, για το σχεδόν ένα τρίτο των υπογόνιμων ζευγαριών δεν υπάρχει προφανής αιτία της υπογονιμότητας και τα ζευγάρια αυτά συχνά επενδύουν πολύ χρόνο και χρήματα σε θεραπείες γονιμότητας, όπως η ενδομήτρια έγχυση, οι οποίες είναι απίθανο να πετύχουν», πρόσθεσε η δρ Λιούις, η οποία είναι επίσης μέλος της εκτελεστικής επιτροπής της Βρετανικής Εταιρείας Γονιμότητος (BFS).

«Τώρα που βρήκαμε την αιτία του προβλήματος, θα μπορέσουμε να προσαρμόσουμε τις προτεινόμενες θεραπείες σε αυτό, ούτως ώστε να αυξηθούν οι πιθανότητες επιτυχούς εγκυμοσύνης».

Πηγή : Web Only, ygeia.tanea.gr

Επανειλημμένες αποτυχημένες προσπάθειες εξωσωματικής

article_show_shutterstock_63178102

Χρειάζονται συνήθως τουλάχιστον 3 αποτυχημένες προσπάθειες Εξωσωματικής Γονιμοποίησης για να ξεκινήσουμε ειδικό έλεγχο στο υπογόνιμο ζευγάρι.

Μια σειρά από διερευνητικές εξετάσεις που θα μπορούσαν να γίνουν είναι:

Υστεροσκόπηση
Έλεγχος θρομβοφιλίας
Καρυότυπος αίματος
Έλεγχος απόπτωσης DNA στο σπέρμα
Προεμφυτευτικός γενετικός έλεγχος (PGS) για χρωμοσωμικές ανωμαλίες

Αναλυτικότερα:

Η υστεροσκόπηση γίνεται συχνότερα μετά από 2 αποτυχημένες προσπάθειες για τη διάγνωση ανωμαλιών της μήτρας που δεν είναι εμφανείς με το υπερηχογράφημα ή τη σαλπιγγογραφία.

Ο καρυότυπος γίνεται για τη διάγνωση πιθανών προβλημάτων στα χρωμοσώματα των γονέων (μεταθέσεις, αποσπάσεις του DNA) τα οποία δημιουργούν αξεπέραστα προβλήματα στους γαμέτες, δηλαδή στα ωάρια ή τα σπερματοζωάρια.

Ο έλεγχος θρομβοφιλίας γίνεται για να δούμε μήπως η μέλλουσα μητέρα έχει πρόβλημα στην πήξη του αίματος και χρειάζεται θεραπεία με αντιπηκτικά πριν ακόμα και από την προσπάθεια της εξωσωματικής.

Ο έλεγχος του DNA του σπέρματος πραγματοποιείται για να δούμε μήπως σε περιπτώσεις χαμηλής ποιότητας σπέρματος χρειάζεται να καταφύγουμε σε δότη.

Τέλος κάνουμε PGS για να δούμε εάν χρειάζεται να καταφύγουμε σε δότρια ωαρίων, κυρίως σε περιπτώσεις όπου η γυναίκα είναι μεγάλης αναπαραγωγικής ηλικίας ή χαμηλής ωοθηκικής ανταπόκρισης σε διέγερσή της (low responder).

Εξυπακούεται ότι οι διερευνήσεις αυτές μπορούν να προταθούν και νωρίτερα κατά τη διάρκεια της θεραπείας υπογονιμότητας εάν ο ειδικός γυναικολόγος το κρίνει απαραίτητο, καθώς επίσης και ότι πολλές φορές πραγματοποιούμε μέρος ή και όλες αυτές τις εξετάσεις χωρίς απαραίτητα να βρούμε κάποιο πρόβλημα.

Οι περιπτώσεις αυτές της ανεξήγητης υπογονιμότητας αποτελούν σπαζοκεφαλιά για τον γιατρό και επηρεάζουν σημαντικά την ψυχολογία του ζευγαριού, για αυτό και πρέπει να αντιμετωπίζονται με πολλή προσοχή. Δεν θα πρέπει δηλαδή να καταφεύγουμε σε αμφιλεγόμενες θεραπείες ούτε όμως και εγκαταλείπουμε την προσπάθεια για τη γέννηση ενός υγιούς παιδιού.

ΠΗΓΗ: iatronet.gr

Νέα τεχνική υπόσχεται επανάσταση στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή

Μια νέα βρετανική απεικονιστική – διαγνωστική μέθοδος, που επιτρέπει την εκ των προτέρων επιλογή του καλύτερου εμβρύου για εμφύτευση στη μήτρα, θεωρείται η σημαντικότερη εξέλιξη στο πεδίο της εξωσωματικής γονιμοποίησης εδώ και 30 χρόνια. Η τεχνική υπόσχεται μια πραγματική επανάσταση, η οποία θα ωφελήσει τα υπογόνιμα ζευγάρια, καθώς μπορεί να διπλασιάσει ή και να τριπλασιάσει τον αριθμό των γεννήσεων υγιών παιδιών μέσω της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, ανεβάζοντας το ποσοστό επιτυχίας στο 78%.Σήμερα, στον ανεπτυγμένο κόσμο περίπου το 1% έως 2% των μωρών συλλαμβάνονται με εξωσωματικές μεθόδους. Όμως, κατά προσέγγιση μόνο ένα στα τέσσερα ωάρια που έχουν γονιμοποιηθεί εξωσωματικά και στη συνέχεια εμφυτεύονται στη μήτρα της γυναίκας, καταλήγουν σε υγιή γέννηση. Η επιλογή από τους εμβρυολόγους των γονιμοποιημένων ωαρίων που θα εμφυτευθούν, συνήθως γίνεται μετά από έλεγχο με το μικροσκόπιο, μέθοδος που δεν είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική.

Η νέα τεχνική επιτρέπει την συνεχή ψηφιακή φωτογράφηση των εμβρύων και έτσι την επιλογή -με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή- των υγιέστερων από αυτά πριν την εμφύτευση. Με αυτό τον τρόπο, σύμφωνα με τους ειδικούς, θα ήταν πλέον δυνατό τρία στα τέσσερα γονιμοποιημένα ωάρια μέσω εξωσωματικής τεχνικής να καταλήγουν σε επιτυχή τοκετό.

Οι ερευνητές της κλινικής γονιμότητας του Νότιγχαμ (Care Fertility), με επικεφαλής τον διευθυντή Σάιμον Φίσελ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό για θέματα αναπαραγωγής «Reproductive BioMedicine Online», σύμφωνα με το πρακτορείο Ρόιτερ, τις βρετανικές «Γκάρντιαν» και «Ιντιπέντεντ» και το «New Scientist», πιστεύουν ότι τελικά η μέθοδος τους θα υιοθετηθεί ευρύτερα από τις κλινικές που ασχολούνται με την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Πάντως άλλοι επιστήμονες εμφανίζονται επιφυλακτικοί για την αποτελεσματικότητά της, εωσότου υπάρξει μια πλήρης τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή που θα συγκρίνει τη νέα μέθοδο με τις ήδη υπάρχουσες.

Η πρωτοποριακή τεχνική παρακολουθεί την υγεία των εμβρύων λαμβάνοντας χιλιάδες διαδοχικές ψηφιακές φωτογραφίες από την πρώτη κιόλας στιγμή της γονιμοποίησης στο «σωλήνα» του εργαστηρίου, έως την μέρα της εμφύτευσης του γονιμοποιημένου ωαρίου στη μήτρα, όταν πια έχει αυτό φθάσει στο στάδιο της βλαστοκύστης. Οι γιατροί μπορούν έτσι να κρίνουν ποιό έμβρυο έχει αναπτυχθεί καλύτερα έως εκείνη τη στιγμή και αυτό να εμφυτεύσουν, πράγμα που αυξάνει δραστικά την πιθανότητα μιας επιτυχούς γέννας.

Συνήθως περνάνε πέντε ημέρες ανάμεσα στην εξωσωματική γονιμοποίηση και στην εμφύτευση στη μήτρα και μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα λαμβάνονται πάνω από 5.000 φωτογραφίες. Ένα υγιές έμβρυο πρέπει να έχει 23 χρωμοσώματα, όμως στην εξωσωματική γονιμοποίηση πάνω από τα μισά έχουν περισσότερα ή λιγότερα χρωμοσώματα, με συνέπεια τα έμβρυα είτε να αποτυγχάνουν να εμφυτευτούν σωστά στη μήτρα, είτε να αποβληθούν αργότερα, ενώ αν τελικά τα παιδιά γεννηθούν, μπορεί να πάσχουν από σύνδρομο Ντάουν ή άλλη γενετική πάθηση.

Οι βρετανοί ερευνητές ανέπυξαν ένα πρόγραμμα λογισμικού με τους λεγόμενους «μορφοκινητικούς αλγόριθμους», το οποίο αναλύει τις ψηφιακές φωτογραφίες του αναπτυσσόμενου εμβρύου και το αξιολογεί ως χαμηλού, μεσαίου ή υψηλού κινδύνου για την πιθανότητα εμφάνισης γενετικών ανωμαλιών. Η νέα μη επεμβατική μέθοδος (που κοστίζει γύρω στα 1.000 ευρώ μέχρι στιγμής) μπορεί μελλοντικά να συνδυαστεί με τον επεμβατικό προεμφυτευτικό γενετικό έλεγχο των εμβρύων, που παρέχουν ορισμένες κλινικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, αφαιρώντας ένα έως δύο κύτταρα από τον αναπτυσσόμενο έμβρυο, με κίνδυνο να γίνει ζημιά στα υπόλοιπα.

Οι νεαρότερες γυναίκες έχουν πιο υγιή ωάρια και συνεπώς αυξημένες πιθανότητες υγιούς τοκετού. Περίπου μία στις τρεις γυναίκες κάτω των 35 ετών που καταφεύγουν στην εξωσωματική γονιμοποίηση, αποκτούν παιδί, έναντι ποσοστού μόλις 2% περίπου μεταξύ των γυναικών άνω των 44 ετών.

Link: Για την πρωτότυπη επιστημονική εργασία (με συνδρομή) στη διεύθυνση:

http://www.rbmojournal.com/article/S1472-6483(13)00238-1/abstract

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΚΘΕΣΗΣ ΕΓΚΥΟΥ ΣΕ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ.

Εάν η εγκυμοσύνη δεν είναι γνωστή και η έγκυος εκτεθεί σε ακτινοβολία, το πρώτο πράγμα που πρέπει να ακολουθήσει είναι η αξιολόγηση των δεδομένων της ακτινοβόλησης (είδος και στοιχεία εξέτασης, εκτίμηση της δόσης στο κύημα, φάση ανάπτυξής του). Η εκτίμηση της δόσης στο κύημα είναι απαραίτητη για τον περαιτέρω υπολογισμό της πιθανότητας εμφάνισης κάποιου προβλήματος σε αυτό. Σε περίπτωση που κατά την έκθεση, η μήτρα της εγκύου βρίσκεται εκτός της πρωτεύουσας δέσμης της ακτινοβολίας, ή εκτιμάται ότι η δόση στο κύημα δεν υπερβαίνει το 1mSv, περαιτέρω δοσιμετρικοί υπολογισμοί δεν θεωρούνται απαραίτητοι.

Σύμφωνα με τις Οδηγίες τις Ευρωπαϊκής Ένωσης, για δόσεις στο κύημα μικρότερες των 100 mSv η διακοπή της κύησης πρέπει να αποκλείεται. Για δόσεις μεγαλύτερες των 100mSv, η απόφαση για τη διακοπή της κύησης ανήκει αποκλειστικά στο οικογενειακό περιβάλλον του κυοφορούμενου παιδιού, αφού πρώτα αναλυθούν και συζητηθούν με τους ειδικούς τα ιατρικά δεδομένα και οι τυχόν επιπτώσεις στο παιδί. Στη λήψη απόφασης πρέπει να συνεκτιμηθούν οικογενειακοί, κοινωνικοί, ψυχολογικοί και προσωπικοί παράγοντες. Τονίζεται ότι σύμφωνα με την ίδια οδηγία, ακόμη και για δόσεις στο κύημα της τάξης των μερικών εκατοντάδων mSv, δεν συνιστάται σε όλες τις περιπτώσεις διακοπή της κύησης. Επισημαίνεται ότι σε καμία περίπτωση δεν αναμένονται δόσεις της τάξης των 100 mSv στο έμβρυο κατά τις συνήθεις διαγνωστικές εξετάσεις (ακτινολογικές ή πυρηνικής ιατρικής). Ενδέχεται να υπάρξουν στην ακτινοθεραπεία και σε ειδικές διαγνωστικές εξετάσεις (π.χ. επεμβατικές πράξεις και σύνθετες εξετάσεις αξονικής τομογραφίας κοιλιακής χώρας), όπου το κύημα εκτίθεται σε ισχυρές δέσμες ακτινοβολίας για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Δεν δικαιολογείται για κανένα λόγο η διακοπή της κύησης σε περιπτώσεις που η έγκυος υποβληθεί σε ακτινολογικές εξετάσεις κατά τις οποίες, η μήτρα βρίσκεται εκτός της κύριας δέσμης ακτινοβολίας (π.χ. α/γ θώρακα, α/γ ΑΜΣΣ, α/γ άκρων, μαστογραφία, οδοντιατρικές α/γ, αξονική τομογραφία κεφαλής και θώρακα κλπ). Οι δόσεις στο κύημα είναι τόσο χαμηλές (μικρότερες του 1mSv), ώστε δεν επιφέρουν βλάβες σε αυτό, ενώ η πιθανότητα στοχαστικών αποτελεσμάτων είναι αμελητέα.

ΠΟΣΟ ΒΑΡΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΡΩ ΣΤΗΝ ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗ;

Η εγκυμοσύνη συνοδεύεται από φυσιολογική πρόσληψη βάρους. Συνολικά η έγκυος βάζει 10 με 12 κιλά. Τα περισσότερα από αυτά πρέπει να τα πάρει τον 7ο, 8ο και 9ο μήνα, οπότε θα πρέπει να προσέξεις να μην βάλεις πολύ βάρος από τους πρώτους μήνες. Συνολικά η κατανομή του βάρους έχει ως εξής:

Στο 1ο τρίμηνο η έγκυος παίρνει 2 κιλά.
Στο 2ο τρίμηνο η έγκυος παίρνει 4 κιλά.
Στο 3ο τρίμηνο η έγκυος παίρνει 6 κιλά.

Υπολογισμός Πιθανής ημερομηνίας τοκετού μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση.

Σε κανονικό κύκλο

Κατά τη διάρκεια κάθε εμμηνορρυσιακού κύκλου, οι ωοθήκες της γυναίκας απελευθερώνουν ένα ωάριο. Αυτή η διαδικασία ονομάζεται ωορρηξία. Το ωοθυλάκιο εξελλίσεται σε ωχρό σωμάτιο, το οποίο μπορεί να παράγει και να απελευθερώσει οιστρογόνα και προγεστερόνη για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, 12-14 ημερών, αν η γυναίκα δεν μείνει έγκυος. Για να συνεχίσει να παράγει αυτές τις ορμόνες, το ωχρό σωμάτιο θα πρέπει να ενεργοποιηθεί μια άλλη ορμόνη που ονομάζεται «ανθρώπινη χοριακή γοναδοτροπίνη» (HCG).

Αυτή η ορμόνη παράγεται από τον πλακούντα από τη στιγμή της εμφύτευσης του εμβρύου. Ως εκ τούτου, αν η γυναίκα δεν μείνει έγκυος, το ωχρό σωμάτιο θα σταματήσει την παραγωγή των ορμονών 12-14 ημέρες μετά την ωορρηξία και έτσι θα επέλθει η έμμηνος ρύση η περίοδος δηλ.στην γυναίκα.Κατά συνέπεια, η ωορρηξία μπορεί να υπολογιστεί ή να εκτιμηθεί πολύ εύκολα αφαιρώντας 14 ημέρες από την ημέρα της εμμηνορρυσίας. Έτσι, σε ένα 28-ημερών κανονικό κύκλο , ημέρα ωορρηξίας θα είναι 14η ημέρα. Εάν η διάρκεια του κύκλου είναι 30 ημέρες, η ημέρα ωορρηξίας θα υπολογίζεται ότι είναι η 16η ημέρα (30-14=16).

Η Διάρκεια της κύησης υπολογίζεται από την πρώτη ημέρα του έμμηνου κύκλου και η περίοδος της είναι περίπου 40 εβδομάδες, δηλ.280 ημέρες (266 ημέρες από την ημέρα της ωορρηξίας,280-14=266) από την τελευταία έμμηνο ρύση.

Συνεπώς, για τον υπολογισμό της τελευταίας εμμήνου ρύσεως (ΤΕΡ), προκειμένου να υπολογιστεί η διάρκεια της εγκυμοσύνης σε γυναίκες οι οποίες έλαβαν θεραπεία για πρόκληση ωορρηξίας, χωρίς να έχει σημασία σε ποια θεραπεία υποβλήθηκε η γυναίκα,ο υπολογισμός θα γίνεται ως ακολούθως:

1) Σε κανονικό κύκλο.
Η θεωρητική τελευταία έμμηνος ρύση (ΤΕΡ) μπορεί να υπολογισθεί με αφαίρεση 14 ημερών (2 εβδομάδες) από την ημέρα της ωορρηξίας.

2) Μετά από Σπερματέγχυση
Η θεωρητική ΤΕΡ μπορεί να υπολογισθεί με αφαίρεση 14 ημερών (2 εβδομάδων) από την ημέρα της σπερματέγχυσης.

3) Μετά από Εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF)
Η θεωρητική ΤΕΡ μπορεί να υπολογισθεί με αφαίρεση 14 ημερών (2 εβδομάδες) από την ημέρα της ωοληψίας.

4) Εμβρυομεταφορά μετά από απόψυξη εμβρύου (3ης ημέρας). Η θεωρητική ΤΕΡ μπορεί να υπολογισθεί με αφαίρεση 17 ημερών(14+3) από την ημέρα εμβρυομεταφοράς.

5) Εμβρυομεταφορά μετά από απόψυξη βλαστοκύστης (5ης ημέρας) Η θεωρητική ΤΕΡ μπορεί να υπολογισθεί με αφαίρεση 19 ημερών (14+5) από την ημέρα της εμβρυομεταφοράς.

Επομένως, εάν η εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF) εκτελείται χρησιμοποιώντας διάφορα φάρμακα για την απευαισθητοποίηση και στην συνέχεια διέγερση της υπόφυσης,στην πραγματικότητα η διάρκεια της πρόκλησης μέχρι τη στιγμή της συλλογής των ωαρίων δεν έχει καμία επίδραση στην διάρκεια της εγκυμοσύνης. Η περίοδος αυτή θεωρείται ότι είναι πάντα 14 ημέρες.

Μύθοι και αλήθειες γύρω από το AIDS.

Είναι γεγονός ότι το AIDS, είναι μια ασθένεια που μας αφορά όλους. Δεν μπορούμε να κλείνουμε τα μάτια και να μονολογούμε ότι “εμείς είμαστε απέξω, δεν μας αγγίζει”. Δυστυχώς το AIDS, δεν κάνει διακρίσεις. Δεν κοιτά εθνικότητα, φύλλο, χρώμα, κοινωνικό status. Χτυπάει παντού, προσβάλλει τους πάντες. Κυρίως τους… απρόσεχτους.

Το AIDS, μεταδίδεται με τους εξής τρόπους:

– Όταν κάνουμε σεξ χωρίς προφυλακτικό

– Όταν μοιραζόμαστε ξυραφάκια, οδοντόβουρτσες, βελόνες, σύριγγες, γενικά αντικείμενα που έρχονται σε επαφή με το αίμα

– Από την μητέρα που έχει τον ιό HIV, και είναι έγκυος, στο έμβρυο/παιδί της. Το AIDS, μεταδίδεται και με τον θηλασμό.

Το AIDS δεν μεταδίδεται με:

– το αγκάλιασμα

– το φιλί

– την χειραψία

– από αντικείμενα κοινής χρήσης, όπως τα ποτήρια, τα πιάτα, τα μαχαιροπίρουνα

– από τις τουαλέτες

– από το φτάρνισμα, ή τον βήχα

– από τα ζώα και τα έντομα. Για παράδειγμα τα κουνούπια, δεν μπορούν να τσιμπήσουν κάποιον που έχει τον ιό και μετά όταν πάνε σε κάποιον άλλον, να του τον μεταφέρουν.

– Δεν κολλάμε AIDS, στην θάλασσα ή στην πισίνα.

Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε απλά βασικά πράγματα για την ασθένεια και να μην αφήνουμε το μυαλό μας να παρασύρεται από δεισιδαιμονίες και ψέμματα που δεν ισχύουν.

Τι είναι η φλεγμονώδης νόσος της πυέλου;

Η φλεγμονώδης νόσος της πυέλου είναι ένας γενικός όρος που περιγράφει λοιμώξεις που προσβάλουν το εσωτερικό περίβλημα της μήτρας (ενδομήτριο), τις σάλπιγγες και τις ωοθήκες.

Η νόσος προκαλείται από τα ίδια βακτήρια που προκαλούν πολλές σεξουαλικά μεταδιδόμενες ασθένειες, όπως χλαμύδια, σταφυλόκοκκοι κ.λπ. Τα βακτήρια τις περισσότερες φορές μεταδίδονται μέσω της σεξουαλικής επαφής, ενώ δεν είναι σπάνια και η λοίμωξη έπειτα από γυναικολογικές επεμβάσεις ή τον τοκετό.

Συχνοί προδιαθεσικοί παράγοντες για την παρουσίαση φλεγμονώδους νόσου της πυέλου είναι οι σεξουαλικές επαφές με πολλαπλούς συντρόφους, η παλαιότερη ασθένεια από κάθε άλλο σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα, καθώς και η χρήση του αντισυλληπτικού σπιράλ.

Τα σημαντικότερα συμπτώματα από τα οποία είναι πιθανόν να υποφέρει μία γυναίκα που πάσχει από φλεγμονώδη νόσο της πυέλου είναι ο κοιλιακός πόνος, που μπορεί να είναι γενικός ή εντοπισμένος, και η επώδυνη ερωτική πράξη. Πολύ συχνά επίσης παρουσιάζονται η αποβολή δύσοσμου και σκουρόχρωμου εκκρίματος από τον κόλπο, ο πυρετός, καθώς και η αιμορραγία από τον κόλπο στα μεσοδιαστήματα των εμμήνων ρύσεων.

Η κλινική εξέταση από ειδικό γυναικολόγο μπορεί να αποκαλύψει διογκωμένους λεμφαδένες στην περιοχή της κοιλιακής χώρας και ευαισθησία στην ψηλάφηση της κοιλιάς. Για να επιβεβαιώσει τη διάγνωση, ο ιατρός συνήθως θα συστήσει κάποιες εξετάσεις αίματος ή και την καλλιέργεια υλικού από το εσωτερικό του κόλπου, ώστε να διαπιστώσει ποια μικρόβια αναπτύσσονται.

Στις πιο πολλές περιπτώσεις οι ασθενείς παίρνουν αντιβιοτικά φάρμακα και παρακολουθούνται συχνά από τον ιατρό, μέχρι να υποχωρήσει η λοίμωξη. Πολλές φορές, η νόσος εξελίσσεται σε βαρύτερη λοίμωξη και απαιτεί νοσοκομειακή θεραπεία. Τα μέτρα προφύλαξης για τη νόσο περιλαμβάνουν αποφυγή πολλαπλών σεξουαλικών συντρόφων ή χρήση προφυλακτικών ή συγκεκριμένων αντισυλληπτικών συσκευών, όπως το σπιράλ και πρέπει να ακολουθούνται πιστά.